Saturday, May 31, 2008

ΣΑΝ ΦΥΛΛΟ...

Θυμάμαι εκείνο το φθινόπωρο σ’ εκείνη τη μίζερη και άθλια πλατεία, εκεί σ’ εκείνο το σαπισμένο από τη βροχή παγκάκι, που γύρισες και μου πρόσφερες απλόχερα λέξεις πικρές σα δηλητήριο. Εκεί σ’ εκείνο το παγκάκι έμεινα καρφωμένη για ώρα να περιμένω να έρθει κάποιός να μου προσφέρει λίγη εφορία, που την είχα τόσο πολύ ανάγκη.
Απέναντι μου στεκόταν ένας γέρος γεμάτος ρυτίδες και σκούπιζε τα πεσμένα φύλλα με μια παράξενη αφοσίωση, τα έκανε προσεκτικά στοίβες και έπειτα τα έκαιγε. Το τσιτσίρισμα τους έμοιαζε με ουρλιαχτό χαμένων ψυχών, που βρήκαν το τελευταίο τους σταθμό σ’ εκείνη τη παγερή πλατεία. Ταξίδεψαν εδώ και εκεί χωρίς να καταφέρουν να σταθούν πουθενά και κάηκαν, έγιναν στάχτη και πάλι άρχισαν να ταξιδεύουν.
Έτσι και εγώ με ισοπεδωμένη τη ψυχή έμοιαζα με φύλλο κιτρινισμένο, άρρωστο, που περίμενε κάποιον να το μαζέψει και να το κάψει, να το γλιτώσει από τη δίνη των θλιβερών σκέψεων.
Έπειτα θυμάμαι νύχτωσε και άφησα πίσω τις σκιές....